Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Το σλαβοφωνικό γλωσσικό προφορικό ιδίωμα. Μια πρώτη γλωσσική προσέγγιση

 ΕΥΑΓΓΕΛΛΙΕ  και όχι ΓΚΟΣΠΕΛ (1852)
ΠΡΕΣΠΑΝΟ Η ΔΙΩΡΤΩΣΑΝΩ
Η ΤΥΠΩΣΑΝΩ ΟΤ ΜΕΝΕ  δηλ.  
'Οπως πρέπει διορθωμένο και 
τυπωμένο από μένα. Ιερομόναχος Πάβελ.
Το γλωσσικό σλαβοφωνικό ή ορθότερον σλαβοφανές προφορικό ιδίωμα (μη ολοκληρωμένη ως γλώσσα), που άρχισε να ομιλείται αρκετά χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση στην ευρύτερη περιοχή του τότε βιλαετίου του Μοναστηρίου -σημερινά Μπίτολα μέσα σε ένα πολυεθνικό οθωμανικό περιβάλλον με Τούρκους, Έλληνες, Εβραίους, Σέρβους, Βουλγάρους και άλλες εθνοτικές ομάδες, όπως Βλάχους και αρβανίτες, ομιλείται σήμερα μόνο σε κάποιες περιοχές συνοριακά της βόρειας Ελλάδας. Παραμένει αυθεντικό, άγραφο με λέξεις καθημερινότητας και χωρίς κανόνες γραμματικής. Αυτή η προφορικότητα συνετέλεσε να διαφοροποιηθεί κατά περιοχές σε κάποιες λέξεις που δεν δικαιολογεί τη δημιουργία από το Ινστιτούτο στην πόλη των Σκοπίων την ύπαρξη 27 διαλέκτων (Διάλεκτος Πριλάπου - Μοναστηρίου). Ποιανού βασικού όμως κορμού ή κύριας γλώσσας; 

Η Δωρική διάλεκτος για παράδειγμα,  ως διάλεκτος της αρχαιοελληνικής έχει διαφορετικούς τύπους, κατά κανόνα, στην ίδια λέξη αντί του η το α, όπως στη γνωστή φράση: Ή ταν ή επί τας, δηλαδή ή με αυτή  [ασπίδα] ή πάνω σ΄ αυτή. Ή ακόμα στο ψηφιδωτό της Πέλλας διαβάζουμε σήμερα ΕΠΙΟΣΕΝ (αντί εποίησεν) ΓΝΩΣΙΣ. Μας λένε της Σλαβομακεδονικής. Μα ο όρος Σλαβομακεδόνες δημιουργήθηκε από το ΔΣΕ κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού εγχειρήματος (εμφυλίου πολέμου) 1946-49 ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία στα πλαίσια εξισορρόπησης των Γιουγκοσλαβικών και  Βουλγαρικών  συμφερόντων για την περιοχή. Πέραν όμως αυτών δεν μπορούμε να μιλάμε για διαλέκτους της Καστοριάς (Kostur), Φλώρινας (Lerin), Πρεσπών (Prespas] επειδή, για παράδειγμα, αλλού ο ηλίθιος λέγεται μπουντάλα  (τούρκ.) και αλλού ιδιότ, πλεύμων, πενταρίστ με τις αρχαιοελληνικές τους σημασίες, το πλατάνι  πλάταν και αλλού γιάβορ (εμπορική μάρκα πολυκαταστήματος στο Μοναστήρι), το κόκαλο κόσκα ή κόκαλ, όπως και στη βουλγαρική σήμερα, το κρεμμύδι αλλού κρόμιτ  και αλλού λουκ. Έργκεν (εργένης) στα σλαβομακεδονικά αλλά  και μπέκερ (μπεκιάρης) στη μικροσλαβική.

«Έκαμα ένα γλωσσάριο που το πλουτίζω, το συμπληρώνω μέρα με τη μέρα. Μιλάνε μια γλώσσα πούναι παρακλάδι σλαβικό, με πολλά τούρκικα και ελληνικά στοιχεία. Η αντρίκεια της φτογγολογία μου δίνει ένα τονωτικό συναίστημα Τα φωνήεντα είναι σπάνια. Η μαλακιά θηλυκάδα τους πνίγεται σ΄ένα κατακρύλισμα από φωνές αδρές και σκληρές. Σας μιλάν ακούς να δρομίζουν τον κατήφορο βότσαλα και χαλίκια στρογγυλεμένα στ΄ ορμητικό ρέμα του Δραγόρα. Μερικές λέξεις έχουν την παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, που δεν ήταν παρά ηχητική μίμηση των κρότων και των θορύβων της ζωντανής ζωής. Για να πούνε πως το πουλί ((πέταξε)) λένε ((π΄ρρλιτς)). Σε καμιά γλώσσα δεν άκουσα τόσο ηχητικά το πέταγμα του πουλιού. Στρατής ΜυριβήληςΗ ζωή εν τάφω.

Η παρθένα παραστατικότητα των πρωτογέννητων γλωσσών, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο Στρατής Μυριβήλης αποτυπώνεται στην ευρεία χρήση λέξεων μόνο με σύμφωνα, όπως    p"rd (πέρδομαι), brz γρήγορος d΄p (βελανιδιά,)  grd (άσχημος), grk ( Έλληνας), grp (καμπούρης) στα σερβοκροατικά έμβλημα,  z΄p, (δόντι), krf  (αίμα), k΄rst (σταυρός), m΄rd  (τρελός),  ms  (άνδρας), prt  (μεγάλη βέργα), pt΄ (δρόμος), prf (πρώτος), prst (δάκτυλο), smrt (θάνατος), srb Σέρβος), srp (δρεπάνι, αιθέρας,  κόψη) smrd (δύσοσμο), trn (αγκάθι), tsrn (μαύρος), vr (κορυφή) ως γεωγραφικός και γαλακτομικός όρος, vrt (περιστρέφομαι) στα σερβοκροατικά  όμως κήπος, vlk (λύκος) κ.α.

Το σλαβοφωνικό προφορικό γλωσσικό ιδίωμα σε σχέση με το Κυριλλικό αλφάβητο που έχει 32 γράμματα αποτελείται από 22 γράμματα: πέντε φωνήεντα α, ε καθαρό, ι, ο, ου, έξι διπλά σύμφωνα, για, γιάιτσε (αυγό), γιάλοβο (άγονο), γιάκα (γιακάς), γκ, γκ΄μπα (μανιτάρι), κς ορτόντοκς, ντ, ντέμον, ντιάβολ, πσ, όπως Πσέκαμ (ψεκάζω) τσ τσάκαλ (χαλίκι), στ, στατίστικα, στάντιουμ, στόμακ και 11 σύμφωνα από τα οποία απουσιάζουν το Δ, Θ και το Χ, καθαρό β αντί μπ, (βέρβαμ (πιστεύω), βίνο (κρασί), βίνταμ ( βλέπω), λέβο (αριστερό), ζ, κ, λ, μ, ν, π, ρ, σ, τ, φ. Διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στο Μοναστήρι της Πελαγονίας τον 18ο και 19ο κυρίως αιώνα. Η πόλη του Μοναστηρίου ήταν το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο στο βιλαέτι, μεγαλύτερο και από τη Θεσσαλονίκη, όπου συνέρρεαν  στην αγορά χιλιάδες επισκέπτες κυρίως από τη Φλώρινα, Καστοριά, Πέλλα και Κιλκίς.

Το γλωσσολογικό υπόβαθρο
Από την εκκλησιαστική γλώσσα, ενδεικτικά εντοπίζουμε τις παρακάτω λέξεις;

Agonia, Akrobat, ambon, Anarcia, Anatomia, Angel, Amnesti, Apokrif, Aorist, argat, armonia, vasilik (βασιλικός), egoist, etica, epitrop, melodija, timian=θυμίαμα με αναβιβασμό του τόνου), Ad= Άδης, Apostol, Arxiepiscop, Архимандрит, ateict= άθεος, Aftonomi,  balsam, enigma, enstict, epidemia, episcope, zor, inat, ipsoma,ironia ,diabol, demon, efkeleon, Evangel, dogma, drama, dragon, idea, kaoc (χάος), ierarxia,  igumen, ipokritia, idol, ikona, cosmopolitan, cad= κάδος, kampana, Krevet, Kristian, Katolik, klima, litourgia, makar (είθε στα σερβοκροατικά όμως τουλάχιστον), martir, metanisam, mermer (μάρμαρο), Metropola, mirosuvam (μυρώνω) ,Mysteria, nostalgia Organ, Ortodox, parabole, planeta, period, presziter, proskinisam, savan (=σάβανο), sindilija((=συντέλεια), tetradka, trap (ατραπός), trapezn, pcevdonymus, vaptisam, Vasanisam, martyrisam, myrisam, miris= μύρον, natenisam (αναθεματίζω), psaltir, piam, radisam, symbol,  trimer (τριήμερο), ymn, φάμα (φήμη), fanatic, fenomenal

Στις μέρες μας διαφημίζεται  κρασί στη Φυρόμ με ετικέτα Ttrapezno vino.

Επισήμανση
Η  γλώσσα προσδιορίζεται κυρίως από τους γραμματικούς κανόνες και το συντακτικό. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της σχέσης του με άλλες βαλκανικές γλώσσες όπως βουλγαρική, σερβική και σημερινή σλαβομακεδονική είναι η σλαβική φωνητική χροιά που αποτέλεσε και αποτελεί, ως κακό εννοούμενο αυτονόητο, αποπροσανατολιστικό παράγοντα για τους καταγινόμενους με το θέμα.

 Δομικές γλωσσολογικές διαφορές
Μόνο στο βορειοελλαδικό γλωσσικό ιδίωμα, γιατί δεν είναι ολοκληρωμένη γλώσσα δηλαδή χωρίς επιστημονικούς όρους και γραφή, τα ρήματα έχουν κατάληξη σε -αμ. ίμαμ (έχω), ίμας ίμα. Και όχι ima, ime  στο πρώτο πρόσωπο του ενικού, όπως αποδίδονται στη σλαβομακεδονική και σερβοκροατική. Το σύμφωνο -μ το συναντάμε ως καταληκτικό κάποιων λέξεων, όπως ουμ με πτώση του ν από την ελληνική λέξη νούς, ενώ στις προαναφερόμενες γλώσσες αναφέρεται ως Dyx. Το καθαρό βήτα δεν υπάρχει στη σλαβομακεδονική που αντικαθίσταται με το -μπ. Βέτερ (αέρας) και όχι μπέταρ, έμπαμ (συνουσιάζουμε) προφανώς από το εμβαίνω, βούινα (θεία) και όχι Βuinia. To -X  το συναντάμε στα σημερινά σλαβομακεδονικά, όπως  Xoroscop, xioymor, xarmonika, hιgeina (υγιεινή) , xιmia, haos, xriszantema, xronika, xuligan (αναρχικός), xihrourg, hippodromio, xrema (συνάχι). To καθαρό έψιλον, όπως έλατ και όχι έλα, έζεκ (γλώσσα) και όχι τζάζικ (βουλγ.) έργκεν, (εργένης), ένστικτ και όχι ίνστκτ..

Η ΓΕΝΕΣΗ ΜΙΑΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Η μελέτη της γλώσσας  Πίτζιν (Pidgin) αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περίπτωση για την κατανόηση της σταδιακής δημιουργίας ενός γλωσσικού ιδιώματος. Η  λέξη Πίτζιν είναι κινεζικής προέλευσης και αποδίδει την αγγλική λέξη μπίζνες με την έννοια της γένεσης μιας γλώσσας μέσα από το εμπόριο. Πρόκειται για τα σπασμένα αγγλικά που μιλούσαν στα λιμάνια και τις εμπορικές συναλλαγές οι Κινέζοι με τους Άγγλους. Είναι ένα απλοποιημένο γραμματικά μέσο επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες ομάδες που δεν έχουν μια κοινή γλώσσα: συνήθως είναι ένα μείγμα απλοποιημένης γλώσσας με στοιχεία άλλων γλωσσών. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά λόγω αδήριτης ανάγκης κυρίως στο  εμπόριο ή όπου οι δύο συναλλασσόμενοι μιλούν γλώσσες διαφορετικές από τη γλώσσα της χώρας στην οποία κατοικούν και όπου δεν υπάρχει κοινή γλώσσα ανάμεσά τους.
Κατά συνέπεια μια Πίτζιν γλώσσα δεν είναι η μητρική γλώσσα τού κάθε ομιλούντος, αλλά αντίθετα ομιλείται και ως δεύτερη γλώσσα. Αρκετοί Έλληνες, Τούρκοι αλλά και Εβραίοι γνώριζαν την τελικά διαμορφωθείσα σλαβοφωνική ως δεύτερη γλώσσα και κυρίως οι άνδρες που συναλλάσσονταν σε μεγάλο ποσοστό ήταν δίγλωσσοι, ενώ οι γυναίκες σημείωναν αντίστροφη αναλογία. Μπορεί  να κατασκευαστεί από τα λόγια, τους  ήχους ακόμα και από τη γλώσσα του σώματος. Όταν κάποιος του επιδείκνυε κρασί λέγοντας βίνο ή ψωμί που στα τούρκικα λέγεται χλέμπα μεταφέρονταν λόγω  αποφυγής προφοράς του Χ και αποκοπής της κατάληξης ως λεπ  που  όμως στα σερβοκροατικά σημαίνει λεπτός. Έτσι οι πρώτες λέξεις αφορούσαν είτε προϊόντα, όπως  βάμβακ και όχι πάμουκ, βίνο, καδ, πίτα, κρόμιτ, λουκάντσι (λουκάνικα), τζίγκερ, πιπέρκι,  πατάτι, πρας (πράσο),  σέμεν (σπόρος), σίτο,  σπάνακ, τίκβα (κολοκύθι), φάσολ,  λέμον ή λήμον, όριζ (ρύζι), σάπουν, κάζαν, φένερ (φανάρι), μπούκλα, γιάρε (αρνάκι), βολ (βόδι,) κόζα (κατσίκα) (βουλγ.),  ντούλαπ, σέκερ (ζάχαρη) (τούρκ.), τίγκαν (τηγάνι) είτε όρους του εμπορίου, όπως κάνταρ, πάρι, μέτερ, σίνικ (δυο τενεκέδες γεμάτοι με σιτηρά) αμανάτ (ενέχυρο)(τούρκ.), νόβο, ντεκάρα, ζλάτο (χρυσό), μ΄πκαρ (μπακίρι), έντνο, ντβε, τρι, πετ, ντέσετ (λατ. Decem= δέκα). Μερικές φορές αναγραμματίζονταν τα ακούσματα των λέξεων, όπως το ελληνικό στενός σε  τέσνο με αποκοπή του τελικού σίγμα. Μια από τις τελευταίες Πίτζιν γλώσσες είναι των Ινδιάνων της Αμερικής, όταν οι πολυάριθμες και ολιγάριθμες πλέον μικρές φυλές που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες βρέθηκαν μέσα σε ένα γλωσσικό αγγλικό περιβάλλον. Άλλες, ανάμεσα στις πολλές, τέτοιου είδους γλώσσες, είναι η γαλλική Σαμπίρ (Mediterranean Lingua Franca), η ακατάληπτη γλώσσα (=Jargon) εμπορίου των Εσκιμώων  (Eskimo Trade Jargon).

ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΜΙΑΣ ΠΤΖΙΝ ΓΛΩΣΣΑΣ ΕΙΝΑΙ:
  1. Η έλλειψη γραφής
  2. Η  απουσία διφθόγγων
  3. Ο αναβιβασμός του τόνου
  4. Ο περιορισμός των συμφώνων
  5. Η αποκοπή συλλαβών κυρίως καταλήξεων ακόμα και ο αναγραμματισμός
  6. Η πρωτογέννητη γλώσσα
  7. Η βαρυτονία
  8. Η ανυπαρξία συνθέτων λέξεων.
  9. Η παντελής έλλειψη επιστημονικών όρων.
Η έλλειψη γραφής
Η έλλειψη γραφής συνετέλεσε να διαφοροποιούνται τα διάφορα  ακούσματα με αποτέλεσμα να προκαλείται μερικές φορές ασυνεννοησία αλλά και παρανοήσεις. Στο Βορειοελλαδικό σλαβικό ιδίωμα, αυτό που ομιλείται σε κάποιες περιοχές συνοριακά της βόρειας Ελλάδας από Σλαβοφώνους και ελάχιστους Σλαβομακεδόνες του Ουράνιου Τόξου [οι Σλαβόφωνοι αρχικά διαιρέθηκαν σε πατριαρχικούς και εξαρχικούς και στη συνέχεια, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας, σε σλαβοφώνους της ελληνικής Μακεδονίας και σε σλαβομακεδόνες], για παράδειγμα, βλνα λέγεται το μαλλί και μπόλνα λέγεται η άρρωστη, ενώ στα σερβοκροατικά μπόλνα λέγεται το μαλλί. Το κρεμμύδι στη σλαβοφωνική λέγεται κρόμιτ και το σκόρδο λουκ, ενώ στα σλαβομακεδόνικα λουκ το κρεμμύδι και τσέσεν (άγνωστη λέξη) το σκόρδο, ενώ στα σερβοκροατικά μπελ λουκ, δηλαδή άσπρο σκόρδο. Το γλυκό μπλάγκο αντί σλάτκο που σημαίνει χλιαρό στη μικροσλαβική. Το μουστάκι, κοινό ως μύστακ στα σερβοκροατικά λέγεται μπρκ. Η ακρογιαλιά είναι άγνωστη λέξη. Στα σλαβομακεδονικά και στα σερβοκροατικά όμως η λέξη ακρογιάλι  αποδίδεται  με την ελληνικής  προέλευσης λέξη  ακροπόλ (εσφαλμένη ενσωμάτωση). 

Η χρήση τεσσάρων ή πέντε φωνηέντων χωρίς διφθόγγους
Η χρήση των πέντε φωνηέντων, α, ε, ι, ο και ου, κατά κανόνα καθαρών, χωρίς τη δημιουργία διφθόγγων είναι το πρώτο χαρακτηριστικό των γλωσσών Πίτζιν ( Algonquian–Basque pidgin)

Ο αναβιβασμός του τόνου
Άλλο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα  είναι ο αναβιβασμός του τόνου, όπως  αγκόνια, ανάρκια, τίμιαν (θυμίαμα), βάμβακ,  έγκοϊστ,  Κρίστιαν, λειτούργκια, ντούλαπ, μάκαρ,  μέντερ, τάβαν...

Ο περιορισμός των συμφώνων
Ανάμεσα στα ελλείποντα σύμφωνα δ, θ,  και χ είναι και το Θ που υπάρχει αδυναμία προφοράς. Έτσι το θυμίαμα γίνεται τίμιαν, το θέατρο τέατρο, η μέθοδος μέτοντ, το θέμα τέμα, ο θερμοστάτης τερμοστάτ, ο θερμός τέρμος,  ο μύθος μίτ, αντιπάτια, μάτεμα, νάτεμα (ανάθεμα)  εντουσιάσμαν (ενθουσιασμός), ρίταμ (ρυθμός), τεόρια (θεωρία), ορτόντοκς...

 Η έλλειψη γραμματικής
Ο μόνος αξιόλογος γραμματικός κανόνας που μπορεί να διατυπωθεί είναι τα ρήματα που έχουν πάντα ως κατάληξη το -αμ (ίμαμ βιντένο (απαρέμφ.)= έχω δει)  κλίνονται κατά την πρώτη και δεύτερη συζυγία των λατινικών, όπως (βέρβαμ= πιστεύω) βέρβας, βέρβα, βέρβαμε, βέρβατε, βέρβαν και σένταμ= κάθομαι (λατινικά sedeo=κάθομαι) σέντις, σέντι, σέντιμε, σέντιτε, σένταν. Ενώ οι παρελθοντικοί χρόνοι σχηματίζονται με την κατάληξη -εσε, όπως βίνταμ βιντέσε=έβλεπε και ο μέλλων με το μόριο κι (κι όντιμε= θα πάμε). 

Η αποκοπή των συλλαβών των λέξεων
Η αποκοπή των συλλαβών είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα της Πίτζιν. Στη σλαβοφωνική είναι ενδιαφέρουσα η σχετική διαδικασία που πιστοποιεί ότι η γλώσσα αυτή ξεκίνησε από τις ανάγκες των συναλλαγών.  Οι λέξεις που έχουν ως αρχικό γράμμα το -Χ δημιουργούνται με την αποβολή του και τον ισχύοντα γενικά κανόνα της αποκοπής της κατάληξης. Έτσι έχουμε από το χαλβά  άλβα, από το χαμάλι τον άμαλ, από το χαμπέρι το άμπερ, από το χαβάνι το άβαν, από τον χορό το όρο, από την χιλιάδα την ιλιάδα (όχι βέβαια του Ομήρου),  από τον Χριστό το Ρίστο και από το χάπι το απ. Σε άλλες περιπτώσεις το Χ αντικαθίσταται από το κάπα, όπως  κάρακτερ, κάρτια, καρτόν, κασάπ,  κιλομέταρ, Κρίστιαν. 
Οι γεωγραφικοί όροι είναι ελάχιστοι, όπως Ρέκα (ποτάμι ) ριτ (λόφος) εζέρο (λίμνη), βέταρ (αέρας), πλανίνα (βουνό), όρμαν (δάσος), γραντ, (πόλη), σέλο (χωριό), λιβάδα, ράμνα (οροπέδιο), τραπ (λάκος), κράι (άκρη), μόριε (θάλασσα), ενώ στη σλαβομακεδονική που αποτελεί  Κρεολική γλώσσα (Creole language  σε ανάπτυξη από το (crear) συναντάμε ακόμα και πολλές ελληνικές  και αγγλικές λέξεις,  όπως όκεαν, έποκα, κλίμα, ατμόσφαιρα, ακροπόλ (ακρογιαλιά) κοντινένταλ (ήπειρος), σολάραν (ηλιακός). Τα σημεία του ορίζοντος δεν αναφέρονται ακόμα και σήμερα στο σλαβοφανές προφορικό ιδίωμα ούτε κανένα είδος αέρος.

Η πρωτογέννητη γλώσσα
Όπως σ΄ όλες τις γλώσσες του κόσμου έτσι κι΄εδώ σχηματίζονται λέξεις ηχοποίητες αλλά και λέξεις από τη γλώσσα του σώματος, όπως πρντ  (πορδή), σβάκαμ (μασώ), κάτσαμ (καταβουλιάζω και καλ (λάσπη), σμόμκβα (σύκο) μάκαμ και μακάλο (βουτώ το ψωμί στο έδεσμα), κλ΄κμ (βουλώνω), πλίκαμ (τσαλαβουτώ), τρέβλ (τραυλός), μουτρέσεν (μουτρουμένος) ίρων (ειρωνικός). 


 Κάτσι κλέτσκα πίε βίνο= Καταβουλιάζε (sic) ξερόκλαδο και πιες κρασί.
Η βαρυτονία
Ο τονισμός των λέξεων στις πολυσυλλαβες πro της λιγούσης, όπως αντάριν και όχι παρτιζάν, βάμβακ και όχι παμούκ, κατιγκόρια αντί του prekop, πέπον, κάρπουζ,  Γιάνκωφ (κύριο όνομα) και όχι Γιανκώφ.


Η ανυπαρξία συνθέτων λέξεων

Ενώ στα σλαβομακεδονικά, ως γλώσσα  Κρεολική, που στο λεξιλόγιό της δεν έχει περισσότερες από πεντακόσιες λέξεις της σλαβοφωνικής,  συναντάμε ελάχιστες λέξεις σύνθετες, όπως πολυκλίνικα, πολυόστροβο (χερσόνησος αντί του σημαινομένου Πολυνησία), ενώ στο σημερινό βορειοελλαδικό σλαβικό γλωσσικό ιδίωμα ισχύει πάντα  η περίφραση, όπως  κλέτσκα ζα ζπιτε= (ξυλαράκι για τα δόντια)  δηλ. οδοντογλυφίδα, μλέκο σου όριζ= ριζόγαλο.

Η έλλειψη επιστημονικών όρων
Η Σερβοκροατική και ιδιαίτερα η σημερινή αποκαλούμενη σλαβομακεδονική γλώσσα έχει ενσωματώσει από το χώρο της επιστήμης κυρίως από την αγγλική και την ελληνική γλώσσα όλους σχεδόν τους όρους. Έτσι μόνο στη λογιστική, για παράδειγμα, συναντούμε τις λέξεις: ασυμετρίτσεν, έλεμεντ (στοιχείο) κοντρόλα (έλεγχος), λίμιτ, ντίγραμα, μπάλανς (ισολογισμός), αναλόγκια, άκτιβ (ενεργητικό), μπούλετιν (δελτίο), όργκαν,  σέκτορ (τομέας)...

Αναφορές σε ινδοευρωπαϊκές ρίζες
Το ομόρριζο βιν στα λατινικά Vinum, στα ιταλικά βίνο, στα αγγλικά Wine, στα γερμανικά Wein, στα γαλλικα Vin, στα βλάχικα γίνο.
  • Τσίρκβα (εκκλησία) , αγγλικά church, ιταλικά chiesa,  γερμανικά Kitse, ολλάνδικά kirk.
  • Το ομόρριζο μλκ  στο μλέκο αλλά και στο milk
  • Νόστσια (νύκτα), λατιν. Nox από το αρχαιοελληνικό νύξ, ιταλικά note, αγγλικά night, γαλλικά nuit, γερμανικά nacht και σε όλες τις ανατολικές σλαβικές γλώσσες  συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας nok.
  • Τη  λέξη γκαρντίνα, ομόρριζο γκαρντ τη συναντάμε στα αγγλικά ως garden, στα ιταλικά και στα λατινικά
  • To  όκο (μάτι), πληθ. ότσι στα λατινικά oculus και στα ιταλικά Occio
  • Το λούντο =τρελό το συναντάμε στη λατινική λέξη ludus  με την ίδια σημασία
  • Ο λύκος (vlk) στα  αγγλικά και γερμανικά Wolf, στα γαλλικά loup, στα ιταλικά  lupo
  • To ομόρριζο νοβ (νόβο) (καινούργιο) στα λατινικά και σε σχεδόν σ΄ όλες τις σλαβικές λέξεις.
  • Το  βετσέρα (εσπέρα), στα λατινικά Vesper, στα ιταλικά vestera
  • Το βίκαμ (φωνάζω) στα λατινικά Vox= φωνή, αγγλικά voice, γαλλικά voix, ιταλικά voce
  • Στη λέξη σλαπανίτσα  (χαστούκι) βρίσκομαι το ομόρριζό της στη αγγλική λέξη slap down
  • Στη λέξη μπούκα (οξυά), το ομόρριζό της bha(u)g, φηγός στα ελληνικά και fagus στα λατινικά, το βρίσκομαι στα  γερμανικά ως buche, ρωσικά buzina και περσικά buz.
  • Σολ (αλάτι), λατινικά sal, ιταλικά sale, αγγλικά salt, γαλλικά sel, γερμανικά saltz
  • Σέμε (σπόρος), λατινικά semen, ιταλικά semence, αγγλικά seed, γερμανικά samen.
Επίλογος
«The Macedonian language is actually an artifact produced for primarily political reasons (: Η μακεδονική γλώσσα [Σλαβομακεδονική]  στην πραγματικότητα είναι ένα κατασκεύασμα που παράγεται κυρίως για πολιτικούς λόγους) ».Βιτόρε Πιζάνι (Vittore Pisani), Il Macedonico, Paideia, Rivista Letteraria di informazione bibliografica, τόμ. 12, σ. 250 (1957)

*Το λήμμα της Βικιπαίδειας;
Ευαγγέλιο του Κονικόβου,  Βορειοελλαδικό σλαβικό ιδίωμαΔυτικό Πέλλας, είναι δικά μου.

Σημείωση
Κάντε κλικ σττις μπλέ σημάνσεις για να δείτε τα κείμενα . 

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Η εκκλησία του Αγίoυ Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης στην Οξυά Καστοριάς

Η εκκλησία της Οξυάς Καστοριάς
με το υπεραινώβιο πελώριο λευκάδι
 του  1885  που κρίθηκε επικίνδυνο  για τα
 θεμέλια της εκκλησίας στις μέρες μας
 και κόπηκε 
χωρίς αιδώ και αυτοσυναίσθηση.
Το πρώτο πράγμα που θα διαπιστώσει ο επισκέπτης είναι οι  εγχάρακτες  χρονολογίες αποπεράτωσης του ναού έτους 1885 στην ανατολική πύλη και στο καμπαναριό με τη δική του ιστορία. Το 1941 με την είσοδο των Γερμανών και στην Καστοριά  αποκόπηκε η στεφάνη της καμπάνας που περιείχε ψήγματα χρυσού. Οι παλαιότεροι αφηγούνταν ότι ο μελωδικός ήχος της ακούγονταν μέχρι τα διπλανά χωριά και εμείς παιδάκια σκαρφαλώναμε στο κωδωνοστάσιο για να πιστοποιήσουμε το γεγονός. Με την πάροδο του χρόνου η καμπάνα  εμφάνισε ρωγμές και αντικαταστάθηκε τη δεκαετία του 1980 επί ιερουργίας Παπαλεβέντη με μια σύγχρονη που τίποτε πλέον δε θυμίζει το παρελθόν.

Το ιστορικό της οικοδόμησης
Σε κάθε χωριό ή πόλη, ειδικότερα τα παλαιότερα χρόνια,  το περίοπτο οικοδόμημα της εκκλησίας ή του Σχολείου ήταν πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των κοντινών χωριών και προσπάθεια καταξίωσης των κατοίκων του. Έτσι, όταν  αρκετοί  Μπλατσιώτες  μετανάστευσαν ήδη πριν τη δεκαετία του 1850 στην Κωνσταντινούπολη και πλούτισαν απεφάσισαν να αναγείρουν  ήδη από το 1880 μια νέα περίοπτη εκκλησία στη θέση της παλιάς,  του Αγίου Νικολάου του ορεινού που προϋπήρχε από το 1710. Ανάμεσα στους χορηγούς πρωτοστάτησαν  οι έμποροι  Νικόλαος Βούτκας,  Παντελής Γκολίτσης, Παντελής Σόλης και ιδιαίτερα ο  Νικόλαος Κάλκος  που διατηρούσε στην ευρύτερη περιοχή της πόλης περισσότερα από χίλια βουβάλια. Και οι τέσσερις  στα γεράματά τους επέστρεψαν στο χωριό. 


Εισερχόμενοι στα ναό παρατηρούμε  τις αφιερωματικές επιγραφές  εκατέρωθεν της ωραίας πύλης του Παντοκράτορα  (1888) δωρεά  της οικογενείας  Κυριακού,  χειρί Αντωνίου Μασσαλίδη,  και στους δύο εμπηγμένους εικονοστάτες  πριν από τον άμβωνα  άλλη μια εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  προσφορά της οικογενείας Θεοδώρου Χρίστου (sic) και του υιού αυτού Δημητρίου (1885)  και στον άλλο πριν  από το δεσποτικό θρόνο δωρεά της οικογενείας Ζωγράφου  και φορητές εικόνες χωρίς  αφιερώσεις ανάμεσα στις οποίες του Νικάνορα και του Βαρλαάμ.  Στο πρόναο έχει μεταφερθεί η ταφόπλακα με συνεχόμενη μεγαλογράμματη γραφή της  οικογένειας Νικολάου Βούτκα  του έτους 1860 που ήρθε στο φως τη δεκαετία του 1970 κατά τη διάρκεια των  σκαπτικών εργασιών  επέκτασης της δυτικής πλευράς των κοιμητηρίων.


Ευαγγέλιο του 1803  από
την παλαιότερη εκκλησία
του Αγίου Νικολάου.
Στα ενδότερα μπορεί να σας δείξει ο παπάς  ένα ασημένιο δισκοπότηρο έτους 1833 με  τις τέσσερις εγχάρακτες μορφές των Ευαγγελιστών και την επιγραφή ολόγυρα στη βάση: ,,<< Κτήματι Αγίου Νικολάου συνδρομή και εξόδου [αντί εξόδοις] (sic) Μλατσιωτών [Οξυωτών]>>[1] Επίσης από την προηγούμενη εκκλησία σώζεται μέχρι σήμερα η εικόνα του Αγίου Νικολάου του ορεινού έτους 1710. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα  της Μεταμορφώσεως του Χριστού Σωτήρος με τους αγίους Σέργιο και Βαρλαάμ που είναι πιστό πανομοιότυπο αντίγραφο μιας ρωσικής εικόνας του 17ου αιώνα που βρίσκεται στο Κρεμλίνο, στο υπέρθυρο του πύργου Σπάσκαγια* και ήρθε στο φως  το 1990 γιατί είχε επικαλυφθεί με σοβά μετά την οκτωβριανή επανάσταση. το τέλος της δεκαετίας του 1950, όπως θυμάμαι, ήρθαν κάποιοι επιτήδειοι που ζητούσαν  κατεστραμμένες εικόνες  και δίνανε στην εκκλησιαστική επιτροπή ολοκαίνουργιες. Μεταξύ αυτών συγκράτησα στη μνήμη μου μια εικόνα  φορητή του Αγίου Αναστασίου που είχε καεί στη μια άκρη προφανώς από κεριά.

 Η ΕΞΑΡΧΙΚΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ  ΚΑΤΑΛΗΨΗ
Η  Μεταμόρφωση  του Χριστού
 Σωτήρος με δεομένους τους
 Αγίους  Σέργιο και  Βαρλαάμ.
Ο Σουλτάνος τελικά έδινε δικαίωμα στην νέα Εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3 να ιδρύσει Μητρόπολη και αν είχε το 1/3 τουλάχιστον να κατέχει μια εκκλησία. Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο:άρθρ. Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο Σουλτάνος  Αμπντούλ Αζίζ για τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας.


Η δράση  της βουλγαρικής εξαρχίας[2 ] στα τέσσερα χωριά του Βιτσίου άρχισε  μετά το 1895 γιατί ήδη ο Τσακαλάρωφ το 1894 ήταν φυλακισμένος στην Καστοριά από τις τότε τουρκικές αρχές για σωρεία ποινικών αδικημάτων. Η βουλγαρική εξαρχία μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1890 δεν είχε ιδιαίτερες επιτυχίες. Ενόψει όμως της προετοιμαζόμενης τότε εξέγερσης του Ίλιντεν  στις 20 Μαρτίου στην Τσερέσνιτσα (Πολυκέρασο Καστοριάς) ο Τσακαλάρωφ συναντάται με την ομάδα του Μπόρις Σαράφωφ από το Άνω Νευροκόπι, το σημερινό Ντέλτσεφ, που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα ονομάζονταν Περικλής Σαράφης. Την επομένη ο Τσακαλάφωφ διαμηνύει ότι στη Μπλάτσα , σημερινή Οξυά, όλοι εξαρχικοί πλην ενός.



Αριστερά της ωραίας πύλης
Αυτός ο ένας ήταν ο Ιωάννης Βλάχος, [1] Βάνε όπως τον λέγανε οι 
Σλαβόφωνοι, ήδη πατριαρχικοί και εξαρχικοί,  και όπως τον αποκαλεί  και ο Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του. Οι εξαρχικοί   τον θεωρούσαν αναρχικό στοιχείο και τον αποκαλούσαν πέρνατ (φευγάτο ) στα σλαβοφωνικά γιατί διατείνονταν ότι θεράπευσε έναν τραυματία πατριαρχικό σε λίγες μέρες με μια αλοιφή που την έλεγε μέλεμ  με ανακάτεμα σαράντα υλικών ανάμεσα στα οποία το μέλι, το βοτάνι της παναγιάς (ελίχρυσο) και το πελίνο (Αρτεμισία το αψίνθιο).
Μέλεμ  (βάλσαμο) λέγεται στο  Βορειοελλαδικό σλαβοφωνικό γλωσσικό ιδίωμα το ρητινώδες μανιτάρι (ήλεκτρον) που βρίσκομαι μόνο σε πολύ γέρικες βελανιδιές. Πράγματι αυτό έγινε με τη διαφορά ότι ο τραυματισμένος τού το υπέδειξε, που δεν μπορούσε ν΄ ακολουθήσει την ομάδα του και έτσι παρέμεινε για επιβίωση και θεραπεία στην καλύβα του που ερείπια της υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας, στα παλιά αμπέλια του χωριού, όπου στάβλιζε τα πρόβατά του τους χειμερινούς μήνες. Εκεί ο παππούς Γιάννης αισθάνονταν σαν καλός Σαμαρείτης και μέσα από τις αφηγήσεις του ένοπλου πατριαρχικού τραυματία περί Μακεδονικού Αγώνος ενσταλάχθηκε ο λόγος του ακέραιος και ανεξίτηλος στην ψυχή του, όπως ακριβώς και η εσχατολογική παραβολή του σπορέα των τεσσάρων ευαγγελίων. Αγνάντευε καθημερινά  από ψηλά την Καστοριά με τη λίμνη της, έβλεπε ακόμα και το κωδωνοστάσιο της Μητρόπολης. Σ΄αυτή την αναμπομπούλα ό,τι και να συμβεί στο τέλος, μονολογούσε, η τύχη του χωριού του θα ακολουθούσε και την τύχη της Καστοριάς με τις πολλές βυζαντινές εκκλησίες. Από την πίσω πλευρά του δύσβατου ορεινού συγκροτήματος του Βιτσίου απλώνονταν ο κάμπος που έφθανε και πέρα από το Μοναστήρι ακόμα και ως την Αχρίδα. Ήταν αυτός ο ένας  που δεν αναφέρεται στους αφανείς  γηγενείς   Μακεδονομάχους (1903-1913) [3] με οποιοδήποτε αξίωμα, ούτε ως οπλίτης γ΄ τάξεως που στην πραγματικότητα μερικοί ήταν μισθοδοτούμενοι πληροφοριοδότες.  Αυτός παρέμεινε μέσα στα όρια του χωριού του, μέσα σ΄ ένα  συνεχώς εντεινόμενο εχθρικό περιβάλλον. Όταν ήρθε το 1903 στο χωριό ο Καραβαγγέλης να λειτουργήσει βρήκε την εκκλησία κλειστή με αλυσίδες στις δυο πόρτες. Η δυτική πύλη από όπου εισέρχονται μόνο οι κηδευόμενοι  είχε αμπαρωθεί  εσωτερικά με σιδερένια μπάρα. Η πόρτα αυτή με  ένα διάκενο σε τρίγωνη μορφή πάχους δέκα εκατοστών στην πρόσφατη ανακαίνιση της εκκλησίας αντικαταστάθηκε με σύγχρονη. Ο Βάνες διαβεβαίωσε το δεσπότη ότι θα την άνοιγε. Με ένα τσεκουράκι, ένα σκεπάρνι και ένα γκλέτο υπολόγισε σωστά το ύψος της μπάρας από το δάπεδο και με μεγάλη υπομονή άνοιξε μια τριγωνική τρύπα για να μη αχρηστευθεί η πόρτα ανέσυρε και ανασήκωσε  τη μπάρα. Το τέλος του επήλθε όταν ο Τσακαλάρωφ λίγες μέρες πριν την 20η Ιουλίου  ζήτησε ο γιος του Δημήτριος να ενταχθεί σε Τσέτα**  και αρνήθηκε.[4]. Ο Καραβαγγέλης αναφέρει στα απομνημονεύματά του: Σκότωσαν τον ημέτερον Βάνε Βλάχο στη Μπλάτσα.
  
Επίλογος
Η ιστορία της εκκλησίας κάθε χωριού αποτυπώνει με γλαφυρό τρόπο και την ιστορική πορεία των κατοίκων της. Στη βουλγαρική βιβλιογραφία και τη σημερινή των Σκοπίων δεν γίνεται καμία ιστορική αναφορά  πριν από την περίοδο των ελληνοβουλγαρικών αναταράξεων  στην περιοχή  (1895- 1912)  εκτός από κάποια ψελλίσματα  για δήθεν  γηγενείς. Κανένα  σλαβικό όνομα δεν συναντάμε στην αναδίφηση  των ιστορικών εγγραφών οπωσδήποτε πριν το 1872 που άρχισε να επεκτείνεται η βουλγαρική εξαρχία. Και φυσικά  στην περιοχή αυτή ήρθαν και σλαβόφωνοι, όπως έρχονται ακόμα και σήμερα Αλβανοί και βορειοηπειρώτες. Πάντως ονοματεπώνυμα  που καταγράφονται  σε μια εποχή που δεν υπάρχουν εθνικές αφυπνίσεις, όπως σε κώδικα της Μητρόπολης Καστοριάς  έτους 1632: Αργυρός του Ζώτου, Στέφος του Πάνου, Ιωάννης Δασκάλου,  Βρετός Μηλωνάς,  Ιωάννης Σιαραπάνης δεν τα συναντάμε στη διάρκεια της βουλγαρικής επιβολής.

Σύμφωνα με δικαστική πράξη η οποία καταχωρίσθηκε στον εν λόγω κώδικα τον Νοέμβριο του 1653 (,αχνγ΄), ο Αργυρός του Ζώτου και ο Στέφος του Πάνου από την Μπλάτζα προσέφυγαν στην Ιερά Μητρόπολη προκειμένου να επιλύσουν κτηματικές διαφορές. Στη σχετική πράξη κατονομάζονται ως μάρτυρες και οι "εις Μπλάτζαν συνορίται τούτων": Ιωάννης ΔασκάλουΒρετός Μηλωνάς και Ιωάννης Σιαραπάνης .  Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος,κωδ. 2752, φ. 42v.

Τα μετέπειτα
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της εξέγερσης του Ίλιντεν 1902-1903  εξαφανίζονται ή καταστρέφονται ό,τι υπήρχε  γραμμένο με ελληνικά γράμματα είτε σε φορητές εικόνες είτε σε ταφόπλακες και σταυρούς στα κοιμητήρια εκτός από τις μεγάλες εικόνες στο τέμπλο  και στους δυο σταθερούς εικονοστάτες. Το αντίστροφο έγινε μετά το 1912 που και η Καστοριά με την ευρύτερη περιοχή της ενσωματώθηκε στην ελληνική επικράτεια. Πάντως σήμερα  σώζεται εντός της εκκλησίας  φορητή εικόνα  ειδικής τεχνοτροπίας σε Κυριλλικό αλφάβητο και μια ταφόπλακα, όπως της οικογένειας Νικολάου Βούτκα κάποιας θανούσης Βελίκας (1902) που ανασύρθηκε τη δεκαετία του 1970 κατά τη διάρκεια της  ισοπέδωσης του βορείου τμήματος των νεκροταφείων. 

[1]  Ο Ιωάννης Βλάχος είναι προπάππους μου από θηλυγένια, παππούς της γιαγιά μου Ελένης (1901-1984). Ήταν δεκατριών χρονών, όταν μετά την απελευθέρωση ο τότε Μητροπολίτης Καστοριάς Ιωακείμ [Λεπτίδης] τέλεσε στο τάφο του επιμνημόσυνη δέηση υπέρ ανάπαυσης της ψυχής του. Δώρισε και ένα πορτρέτο του που είχε αναρτημένο στη σάλα του σπιτιού της. 
[2] Ίων Δραγούμης, Τα τετράδια του Ίλιντεν, σ. 54, εκδ. Πετσίβα, 2000 ISBN 960-90010-3-3 
[3] Συλλογικό έργο Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιάκωβος Μηχαηλίδης, Κων. Παπανικολάου, Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι 1903-1913 σελ. 158, University Studio Press, 2008,.
[4]  Αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών (ΑΥΕ )...Ιουλίου 1903, Φάκελλος Μοναστηρίου 
*[http://fos-kastoria.blogspot.gr/2015/04/blog-post.html Γεώργιος Αλεξίου]


** Τσέτα ολιγομελής ομάδα μέχρι το πολύ οκτώ άτομα  που μεταξύ των άλλων φορολογούσαν και τους πολίτες της περιοχής δράσης  τους.
* Δείτε επίσης
*.[5 Η μετάστασταση των σλαβοφώνων στη βουλγαρική εξαρχία στο Μελένικο]
 *Τα λήμματα της βικιπαίδειας Οξυά Καστοριάς, Βουλγαρική εξαρχία, Μπόρις Σαράφωφ,   σλαβόφωνοι, Σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας είναι δικά μου και στα άλλα δυο  Τσακαλάρωφ, και  Μακεδονικός αγώνας  συμμετέχω σε μεγάλο μέρος ειδικότερα στο δεύτερο. 
*Οι φωτογραφίες από το ArchiveDgolitsis (Picaca)



Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Οι ιστορικές καταβολές των τεσσάρων χωριών του Βιτσίου

Ευαγγέλιο του 1803 , νόμιμο κληροδότημα
από την προϋπάρξασα εκκλησία του Αγίου
 Νικολάου στην  Οξυά  Καστοριάς
Οι ιστορικές καταβολές των τεσσάρων χωριών του Βιτσίου που απέχουν από τη βουνοκορφή του όχι περισσότερο από δέκα λεπτά, αν ο χρόνος μετρηθεί με το πέταγμα του πουλιού, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, είναι κοινές. Και τα τέσσερα χωριά  Βυσσινιά,  Οξυά,  Πολυκέρασος και  Περικοπή μέχρι και σήμερα έχουν εκκλησίες με το κοινό όνομα του Αγίου Νικολάου του ορεινού που η μνήμη του τιμάται στις 20 Μαΐου. Στην Πολυκέρασο[3] μέχρι σήμερα γίνεται ειδική δοξολογία χωρίς τις εορταστικές όμως εκδηλώσεις και τα πανηγύρια του παρελθόντος. Επειδή σε παρωχημένους χρόνους  τα κοινά πανηγύρια είχαν για τους τότε κατοίκους τους  μεγάλη σημασία, θρησκευτική και κοσμική,  κρίθηκε αναγκαίο η Βυσσινιά να εορτάζει του Αγίου Αθανασίου στο εξωκλήσι που υπάρχει μέχρι σήμερα και η Περικοπή το 15Αύγουστο όπως γίνεται και σήμερα, αν και ο ναός της είναι του Αγίου Νικολάου. Στην Οξυά  που κάποιοι κάτοικοί της εμπορεύονταν στην Κωνσταντινούπολη ήδη από τη δεκαετία του 1850, όπως ο Νικόλαος Βούτκας, Παντελής Γκολίτσης,  Κάλκος, Αδελφοί Μπάση κ.α. από κοινού με τους προεστούς απεφάσισαν να κατεδαφίσουν τον  παλιό μη περίοπτο ναό και στη θέση του να περατώσουν το 1885 το νέο ναό του Αγίων Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης, όπως επιμαρτυρείται και   από την εγχάρακτη επιγραφή στο κωδωνοστάσιο και τις αφιερωματικές εικόνες κυρίως  του τέμπλου. Επίσης υπάρχει ως νόμιμο κληροδότημα από την άλλοτε εκκλησία του Αγίου Νικολάου ένα επάργυρο δισκοπότηρου με τους τέσσερις Ευαγγελιστές και την εγχάρακτη  επιγραφή περιφερειακά στη βάση του: Κτήμα Αγίου Νικολάου εξόδοις τε  Μπλατσιωτών [Οξυωτιών] 1822. Σήμερα στην είσοδο των κοιμητηρίων της Οξυάς υπάρχει ένα εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Κατά συνέπεια οι πρώτοι κάτοικοι και των τεσσάρων χωριών  μετοίκησαν από κάποιο οικισμό που είχε ναό του Αγίου Νικολάου και αυτό πρέπει να συνέβη μετά την οθωμανική κατάκτηση της Καστοριάς το 1383 ή 1384 που αναζητούσαν ασφαλέστερους τόπους. Πράγματι μέχρι σήμερα  η λόχμη με το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής στην Οξυά  Καστοριάς αποκαλείται από τους κατοίκους της Άνω χωριό. Κυριολεκτικά μέσα  σε αόρατο τοπίο που περιβάλλεται από λειμώνες και περιρρέεται από δυο ποταμάκια.
Βυσινιώτισσες (1936).  Πρώτη σειρά
Γκίκα,  Πούφκα, Πρασίνη, Σταύραινα.
Στη 2η σειρά  2η η Ελένη Τσεκαντώνη
από όπου και η φωτογραφία.

Τις πρώτες έγγραφες μνείες για τη Βυσσυνιά ( Βύσσενη) όπου και γίνεται αναφορά σε κάποια μαία Βύσσα  και  Πολυκέρασο (Τσερέσνιτσα) μας τις παρέχουν τα οθωμανικά κατάστιχα (φορολογικοί κατάλογοι) στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα. Η φορολογική εισφορά της Πολυκεράσου με 16 οικογένειες ανέρχεται σε 1.066 άσπρα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση αρκετοί κάτοικοι μεταξύ των ετών 1886- 1890 προέρχονται από μετοίκηση από χωριό Φωτεινή, λόγω των τουρκικών ωμοτήτων. Λέγεται ότι κάποιο χειμώνα ο μπέης έβαλε τους κατοίκους της μέσα στο καταχείμωνο να ξεριζώσουν και τις ρίζες. Πράγματι αν συγκρίνει κανείς τα πληθυσμιακά στοιχεία μεταξύ 1886 [Σχοινάς] όπου καταγράφονται 900 άτομα  και του 1900 που  ο γραμματέας του βουλγαρικού εξαρχάτου D.M. Brankoff καταγράφει 250 κατοίκους ο πληθυσμός μειώνεται κατά 650 κατοίκους. Πάντως το χωριό Φωτεινή  στην αριθμητικά απαρίθμηση του 1913 είναι έρημο και το 1918 αποτέλεσε οικισμό της Πολυκεράσου (ΦΕΚ 259/21.12.1918).

Η πρώτη έγγραφη μνεία του χωριού βρίσκεται σε κώδικα της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, ο οποίος φυλάσσεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος*:
Σύμφωνα με δικαστική πράξη η οποία καταχωρίσθηκε στον εν λόγω κώδικα τον Νοέμβριο του 1653 (,αχνγ΄), ο Αργυρός του Ζώτου και ο Στέφος του Πάνου από την Μπλάτζα [Οξυά] προσέφυγαν στην Ιερά Μητρόπολη προκειμένου να επιλύσουν κτηματικές διαφορές. Στη σχετική πράξη κατονομάζονται ως μάρτυρες και οι εις Μπλάτζαν συνορίται τούτων: Ιωάννης ΔασκάλουΒρετός Μηλωνάς και Ιωάννης Σιαραπάνης*.[1] ( κλικ στη μπλε σήμανση)
Η πρώτη έγγραφη μνεία του χωριού σε ελληνική πηγή γίνεται πάντως σε διαζύγιο το οποίο εκχώρησε η Ιερά Μητρόπολις Καστορίας στον Μπόσικο από τη Βήσανη στις 25 Φεβρουαρίου 1685 (,αχπε΄): "Η ταπεινότης ημών κατά τον θείον νόμον εχώρισεν αυτόν τον Μπόσικον από την μοιχαλίδα εκείνην Κυράνω [4], αναφέρεται μεταξύ άλλων.**[2] Στο διαζύγιο ονομάζονται επίσης ως μάρτυρες και οι προεστοί του χωριού Γκαηντάνος, Κότζος και Μήτρος.
Ο Κύρος Παρασκευά από την Πρεκοπάνα, γαμπρός του Δημητρίου Ξηφτέρη, εμφανίζεται σε κληρονομική ρύθμιση, την οποία επικυρώνει η Ιερά Μητρόπολη Καστοριάς στις 19 Μαΐου 1726.***[13]

*Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη περίοδο των ελληνοβουλγαρικών αναταράξεων 1880-1908 και ιδιαίτερα  μετά  την αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν  του 1903, που στρέφονταν κατά των πατριαρχικών, πυρπολήθηκαν  από τους εξαρχικούς τα μοναστήρια του Αγίου Νικολάου στην Κορομηλιά, της Ζηγκοβίτσης και του Τσιριλόβου, ενώ τα χωριά Αρχάγγελος και Ζέρμα καταστράφηκαν ολότελα και έκτοτε δεν ξανακτίσθηκαν. Ενώπιον αυτών των κινδύνων οι κώδικες της Μητρόπολης Καστοριάς μεταφέρθηκαν στην Αθήνα.

*.   Κώδικας 2752, φ 42v
**  Κώδικας 2753 σελ. 29
***Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, Κώδικας συλλογή Βολίδη 19,φ 17v
4. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο μυθιστόρημά του Η Φόνισσα αναφέρει μια Μακεδονίτισσα με το όνομα Κυράνω.

Τα λήμματα με μπλε σημάνσεις από τη Βικιπαίδεια είνα δικά μου
Η φωτογραφία από το ArchiveDgolitsis (Picasa)